εργαλειός

ο
αργαλειός*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αργαλειός — Το όργανο με το οποίο υφαίνουν, ο υφαντικός ιστός ή ανυφανταριό, ανυφαντήρι, αργαστήρι και γούβα. Λέγεται και εργαλειός και αργαλειοεργαλειό. Ο α. είναι γνωστός από τα πανάρχαια χρόνια (Όμηρος). Υπάρχουν τρία βασικά είδη α., ο πανήσιος, που είναι …   Dictionary of Greek

  • νιμπορειό — το εμπορικό λιμάνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < Νιμπορειός (ὁ), ονομ. πολλών νησιωτικών χωριών, με αλλαγή γένους. Η ονομ. Νιμπορειός έχει προέλθει από συνεκφορά τής αιτ. τού άρθρου τον με το ουσ. εμπορειός (< εμπορείον με καταβιβασμό τού τόνου στη λήγουσα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.